Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σουφρώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: σουφρώνω Προφορά: σουφρώνω
  1. σουφρώνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Εσούφρωσεν σην κιοσέν απέσ’. (συμμαζεύομαι, για ανθρώπους)
    2) Ενούνιζεν πώς θα σουφρών’ ας σην τσέκμετσεν έναν μετζικέν. (αφαιρώ, κλέβω)
    3) κάνω δίπλες, για φορέματα

  2. συστέλλω, περιμαζεύω, ρυτιδιάζω, ντρέπομαι, δειλιάζω 1) κλέβω με επιτήδειο τρόπο 2) κάνω πτύχωση 3) γίνομαι σκυθρωπός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια