Προέλευση: Τουρκική, ίσως από την τουρκική λέξη σαρανζά.
Ερμηνεία: αγιάτρευτη πληγή, μάλις (μολυσματική νόσος)
Παράδειγμα: Σουράτσαν και γιαμάτσαν να χτισκάσαι.