Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

θάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. θάρ' , 2. 'θάρ' Προφορά: θάρ
  1. πέτρα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Νικόπολης

    Προέλευση:
    από το λιθάρ'

    Παράδειγμα:
    Ασήν πατζάν κατηβαίνουν χώματα, θάρα̤.

Παρατηρήσεις - Σχόλια