ποδοστρόφα (τα) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: ποδοστρόφα̤
Προφορά: ποδοστρόφεα
-
διασκέδαση στο σπίτι του κουμπάρου το βράδυ της Δευτέρας στην οποία έπαιρναν μέρος όσοι χόρεψαν το θημιστόν.
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)