Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ποδοστρόφα (τα) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ποδοστρόφα̤ Προφορά: ποδοστρόφεα
  1. διασκέδαση στο σπίτι του κουμπάρου το βράδυ της Δευτέρας στην οποία έπαιρναν μέρος όσοι χόρεψαν το θημιστόν. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Λιβεράς

Παρατηρήσεις - Σχόλια