Προέλευση: από το στερητικό α και το αλείφω
Καταλήξεις: άλειφος, -ος, -ον
Παράδειγμα: Το ατσ̌άχ' άλειφον εν'.
Αρσενικό: Ενικός: άλειφος Πληθυντικός: άλειφοι
Πληθυντικός: Ενικός: άλειφος Πληθυντικός: άλειφοι
Ουδέτερο: Ενικός: άλειφον Πληθυντικός: άλειφα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.