Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19831 λήμματα

άλειφος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: άλειφος Προφορά: άλειφος
  1. ασουβάτιστος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το στερητικό α και το αλείφω

    Καταλήξεις:
    άλειφος, -ος, -ον

    Παράδειγμα:
    Το ατσ̌άχ' άλειφον εν'.

Παρατηρήσεις - Σχόλια