Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

θεκλεύκουμαι [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: θεκλεύκουμαι Προφορά: θεκλεύκουμαι
  1. αστειεύομαι, κουτσομπολεύω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον ερμηνεία:
    γελώ χωρίς αιτία

  2. αστειεύομαι γελώ χωρίς αιτία Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια