Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσίπα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τσίπα Προφορά: τσίπα
  1. ομφαλός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνεία:
    1) Ας κάμνει η τσίπα κι αλευρωθεί κι ας φαίνεται η κόρη καματερή. (μικρό εργαλείο χτενίσματος)
    2) Πασ̌κί ντο εν’ η τσίπα μ’ με την τσίπα σ’ γριβωμένον. (ομφαλός)

    Ιδίωμα:
    Οινόης

  2. αφαλός Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. αφαλός, ντροπή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  4. αφαλός, ντροπή (μεταφορικά) Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια