τσιορτίκα (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌ιορτίκα
Προφορά: τσιορτίκα
-
μικρό χόρτο με φύλλα σταχτί, η ρίζα του οποίου έβγαζε κολλώδη ουσία. Αυτή όταν εστεροποιείτο, χρησίμευε ως μαστίκα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)