τσιμπούς (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌ιμπούσ̌’
Προφορά: τσιμπούς
-
διασκέδαση, γλέντι
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
γλέντι, συμπόσιο
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
συμπόσιο, ευωχία, γλέντια
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης