Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσιμίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τσιμίζω Προφορά: τσιμίζω
  1. εκθλίβω πιέζω τα βρεγμένα ρούχα για να βγάλω το νερό τους Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα - Επιπλέον Ερμηνεία:
    Τα λιθάρα̤ να τσιμίζ’ νερόν εβγάλ’. (είναι χειροδύναμος)

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

Παρατηρήσεις - Σχόλια