Προέλευση: από τα συνθετικά τσιλώ - πίστη
Χρήση από: Α. Αναστασιάδη
Παράδειγμα: Ας σον Αερ’ κιάν εφάνθεν είνας τσιλόπιστος Τούρκος.
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.