Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσιλόπιστος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: τσιλόπιστος Προφορά: τσιλόπιστος
  1. του οποίου η θρησκεία είναι τσιλωμένη, σκατωμένη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από τα συνθετικά τσιλώ - πίστη

    Χρήση από:
    Α. Αναστασιάδη

    Παράδειγμα:
    Ας σον Αερ’ κιάν εφάνθεν είνας τσιλόπιστος Τούρκος.

Παρατηρήσεις - Σχόλια