Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσιλίδ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τσιλίδ’ Προφορά: τσιλίδ
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Τα δά̤κρα̤ μ’ τρέχ’νε σο χωνόν και τα τσιλίδα̤ βζήουν. (κάρβουνο αναμμένο)
    2) Ο πρόσωπος εγέντον τσιλίδ’. (κόκκινο σαν αναμένο κάρβουνο)
    3) Εβζήαν τα τσιλίδα̤ τ’. (πέρασε ο έρωτας του)

  2. αναμμένο κάρβουνο Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. αναμμένο κάρβουνο Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια