Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσιλέκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌ιλέκ’ Προφορά: τσιλέκ
  1. θάμνος του δάσους που έδινε μαύρο καρπό, ξινό ή γλυκό τρωγόμενο από τους ανθρώπους. Με τα κλαδιά του έκαναν τσουχαβέλα̤, από δε τα φύλλα του, όταν ήταν φρέσκα πολλοί έκαναν τσάϊ. Στην περιφέρεια του Βατούμ με φύλλα διφοριού ενόθευαν το κινέζικο τσάϊ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Κοτυώρων

Παρατηρήσεις - Σχόλια