Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κόσμος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κόσμος Προφορά: κόσμος
  1. κόσμος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Ο κόσμον τη κοσμί. (πλήθος πολύ)
    2) Κόσμον 'κ' έχͮ. (είναι απαρηγόρητος)
    3) Κλαίω και κόσμον ΄κ΄ έχω. (κλαίω απαρηγόρητα)
    4) Έφαγα έναν κόσμον. (έφαγα πολύ)
    5) Σην χαράν έσαν έναν κόσμον. (πλήθος πολύ)
    6) Σόν κόσμον 'κ' εξέβεν. (δεν παντρεύτηκε)

  2. κόσμος, γη, οικουμένη, πατρίδα, κοινωνία, άνθρωποι, ευκοσμία, ευταξία 1) πλήθος ανθρώπων 2) καλή αγωγή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια