τσιαρτάκ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌α̤ρτάκ’
Προφορά: τσεαρτάκ
-
ανοιξιάτικό διαμέρισμα χωριζόμενο σε δύο, το σαχνισίριν, δηλαδή την καλοκαιρινή αίθουσα υποδοχής και το κυρίως τσ̌ιαρτάκ
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
κληματαριά, κρεβατίνα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης