Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
τσιαλιά (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌α̤λιά
Προφορά: τσεαλιά
ζώο για σφάξιμο
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Προέλευση:
τουρκική
Χρήση από:
Π. Μελανοφρύδη
Παράδειγμα:
Τσαλάπια πα’ να έταν βάϊ και φόνος.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια