Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσιαβιρεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌α̤βιρεύω Προφορά: τσεαβιρεύω
  1. διαχωρίζω, περιφράττω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παραδείγματα:
    1) Ετσ̌αβίρεψεν το μερτικό μ’ να μη κανείς κρούει απέσ’, (διαχωρίζω)
    2) Τον τόπον ντο επάτεσαν τα ποδάρα̤ τ’ Αγιαννί’ ετσ̌αβίρεψαν ατό, (περιφράττω)

Παρατηρήσεις - Σχόλια