Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσεγκέ (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌εγκέ Προφορά: τσεγκέ
  1. σαγόνι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Η τσεγκέ μ’ ετρόμαζεν.

  2. το σαγόνι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. σαγόνι, γνάθος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη cene

Παρατηρήσεις - Σχόλια