Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσατσαλίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τσατσαλίζω Προφορά: τσατσαλίζω
  1. αφαιρώ το περίβλημα του καλαμποκιού ή του λεπτοκαρυού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    θερίζω τσαι τσακώνω, τα ρόκας τσατσαλίζω. (απογυμνώνω)

  2. ξεγυμνώνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  3. ξεγυμνώνω, μαδώ Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια