Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσαρούχ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌αρούχͮ’ Προφορά: τσαρούς
  1. πέδιλο από ακατέργαστο δέρμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Τη δα̤βόλ’ τό τσ̌αρούχͮ’ αλήγορα τρυπισκάται. (Ιδίωμα: Κοτυώρων)

  2. τσαρούχι υπόδημα από ακατέργαστο δέρμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    1) από το μεσαιωνική λέξη τσαρούκια
    2) τουρκική, από την τουρκική λέξη carik

Παρατηρήσεις - Σχόλια