Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσαμώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. τσαμώνω , 2. τσαμμώνω Προφορά: τσαμώνω
  1. πεθαίνω (συνεκδοχικά) κλείνω τα μάτια Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Ετσάμωσεν κ’ εγλύτωσεν.

  2. κλείνω τα βλέφαρα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα καμμώνω - καμμύω

Παρατηρήσεις - Σχόλια