Παράδειγμα: Ετσάμωσεν κ’ εγλύτωσεν.
Προέλευση: από το αρχαίο ρήμα καμμώνω - καμμύω
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.