Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ποδαρέα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ποδαρέα Προφορά: ποδαρέα
  1. βήμα ίχνος του ποδιού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Απάν' σην ποδαρέα σου, αρνόπο μ', πάω χά'μαι. (ίχνος του ποδιού)
    2)Ο λύκον τα ποδαρέας ατ' να εμέτρανεν, κρέας 'κί θα εχόρταζεν. (βήμα)

Παρατηρήσεις - Σχόλια