Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γιγκλώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: γιγκλώνω Προφορά: γιγκλώνω
  1. λυγίζω, καμπουριάζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Άς σό χͮ ο̤ν εγίγκλώθαν τα δεντρά. (λυγίζω)
    2) Άς σά δυνατά τα πόνια εγιγκλώθεν. (καμπουριάζω)

Παρατηρήσεις - Σχόλια