Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γιαριανλίχ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. γιαριανλίχ' , 2. γιαρα̤νλίχ Προφορά: 1. γιαριανλίχ , 2. γιαρεανλίχ
  1. εμπαιγμός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Ιδίωμα:
    Άδισσας

    Παραδείγματα:
    1) Άρ' εποίκαν κάμποσα γιαρα̤νλίχα.
    2) Ούλ' εγέλασαν με το γιαρα̤νλίχ' τη Πέτρονος.

Παρατηρήσεις - Σχόλια