Ερμηνεία: όγκος χώματος που είναι πίσω από τον τοίχο
Παράδειγμα: Τη κεπί το γιάρ' εκόπεν κι εδέβασεν κα το περ'βόλ'.
Ενικός: γιάριν / γιάρ' Πληθυντικός: γιάρα̤