Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σιρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σιρ' Προφορά: σιρ
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία - Παραδείγματα:
    1) Η πέτσα που σχηματίζεται επάνω στο βρασμένο γάλα. Τη γαλατί’ το σιρ’ πάντα ογώ τρώγω. Κιλιδί’ σιρ’(Ι. Καψοήδης), καϊμάκι.
    2) Το υλιστόν, (σακκουλίσιο γιαούρτι) αφού τοποθετηθεί ή σε πανί ή σε πάρκ (ξερό στομάχι αγελάδας) και ξεραθεί.

Παρατηρήσεις - Σχόλια