Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

σιρπόσ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σιρπόσ' Προφορά: σιρπόσ
  1. 1) χαλκωματένιο σκέπασμα του χαλκοματένιου πιάτου (σαχάν) 2) ειδικό χάλκινο πιάτο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Τσίτης

    Παράδειγμα:
    Εκρά’νεν το σαχάν' σ̌κεπασμένον με το σιρπόσ’.

    Ιδίωμα:
    Σταυρί

Παρατηρήσεις - Σχόλια