Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σουπούρ [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σ̌ουπούρ' Προφορά: σουπούρ
  1. ο ήχος της πτώσης των σταγόνων της βροχής. Της στέγης, των δακρύων Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Τα δάκρυα τ’ς σ̌ουπούρ' σ̌ουπούρ' τρέχ’νε.

Παρατηρήσεις - Σχόλια