Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ώρα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ώρα Προφορά: ώρα
  1. ώρα, ρολόι, εποχή, καιρός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Σα πόσα ώρας έρθες ασήν Τραπεζούνταν. (ώρα)
    2) Καλόν ώραν εγόρασεν ο πεθερό μ’. (ρολόι)
    3) Γυναίκα, άλογον και ώρα ’κί δανείσκουνταν. (ρολόι)
    4) Ντ’ επήρα ’τεν ώρα έν’. (την πήρα κιόλα αμέσως, Ιδίωμα: Κοτυώρων)
    5) Ώραν την ώραν ή έναν την ώραν. (στη στιγμή)
    6) Σην ώρα μ’ αΐκον δουλείαν ’κ’ είδα (’κ’ έκ’σα). (εποχή, καιρός)
    7) Ντό ώρα έν αβούτο; (γιατί ήρθες τόσο αργά)
    8) ’Κ’ έν’ ώρα για τ’ ευκαιρέσ̌α̤. (κατάλληλος χρόνος)
    9) Ώρα καλή. (ευχή για τον ταξιδεύοντα)
    10) Προς ώρας. (προσωρινώς)
    11) Ασήν ώραν σην ώραν. (από στιγμή σε στιγμή)
    12) Ώρας ώρας. (πότε-πότε)
    13) Πριν της ώρας. (πρόωρα)
    14) Σα ώρας εθε έν' το ζων. (θα γεννήσει αυτές τις ημέρες)
    14) Παρ’ ώρας. (σε ακατάλληλο χρόνο)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό ὥρα

  2. ρολόι, φροντίδα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) χρόνος ορισμένος
    2) χρόνος κατάλληλος για να κάνει κάποιος κάτι
    3) εποχή ορισμένη

Παρατηρήσεις - Σχόλια