σελέντρ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: σελέντρ'
Προφορά: σελέντρ
-
Μέρος κατηφορικό που κόβεται και γίνεται γκρεμός.
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
προγούλι
μέρος κατηφορικό χωρίς χλωρίδα , το μέρος του λαιμού κάτω από το σαγόνι
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης