Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
σέλ ( το )
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: σέλ'
Προφορά: σέλ
Μέρος κατηφορικό που κόβεται και γίνεται γκρεμός
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
σελέντρ (το)
Παρατηρήσεις - Σχόλια