Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μάραντον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μάραντον Προφορά: μάραντον
  1. είδος άνθους ευόσμου με κεφαλίδα κιτρίνου χρώματος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Χρήση από:
    Κούσης

  2. ο Αμάραντος είδος αγριολούλουδου Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
  3. λουλούδι του βουνού (των παρχαριών) Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια