τσαλπαρά (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌α̤λπαρά
Προφορά: τσεαλπαρά
-
κομμάτι από σανίδα την οποία περιφέροντας στους δρόμους χτυπούσαν με ένα σίδερο για να καλέσουν τους Χριστιανους στην εκκλησία, γιατί οι καμπάνες ήσαν απαγορευμένες
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)