Χρήση: ποιητική
Παράδειγμα: Κι ο μαύρο μ’ ο χͮιλά̤κλερον τσαλαπατεί και πάει.
Προέλευση: από το ατσαλοπατώ - άτσαλα πατώ ή λαξ πατώ ή έξαλλα βουτώ