Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσακώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τσακώνω Προφορά: τσακώνω
  1. σπάζω, θραύω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Αν ετσάκωσα κλαδόπον, να τσακούται το χͮερόπο μ’.
    2) Τσακώνω το χατίρ’, την καρδίαν. (χαλάω το κέφι, δεν κάνω ό,τι λέγει)
    3) Ετσάκωσα με τον άσον. (στα χαρτοπαίγνια, βάζω ατού)
    4) Ετσάκωσαν τα πόρτας ατ’ς. (ειρωνεία για το κορίτσι που δεν το ζήτησε κανείς για παντρειά)

  2. σπάζω, τσακίζω, θραύω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Παθητική Φωνή:
    τσακούμαι

  3. σπάω σπάω κάτι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Παράδειγματα:
    1) « ετσάκωσα το ποδάρι μ'.»
    2) « ετσάκωσα ολία πατέμια.»

Παρατηρήσεις - Σχόλια