τσακούτς (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌ακούτσ̌’
Προφορά: τσακούτς
-
σφυρί
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
σφυρί
Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
-
σφυρί οικοδόμου ή σιδηρουργού
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης