Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παραδείγματα - Ερμηνείες:
1) Τ’ ομμάτ’ ντ’ ομματά̤ζ’ να σπάν’ και να τσακλίζ’. [σκάνω με θόρυβο και βγάζω τον ήχο τσ̌ακ (λέξη ηχοποίητη)]
2) Ετσ̌άκλιξεν ατον και τ’ ομμάτα̤ τ’ ετσουνάκ’σαν (έβγαλαν σπίθες). (δίνω μπάτσο)
βγάζω κρότο σπάζοντας, λάμπω δυνατά, χτυπάω κάποιον δυνατά ώστε να παραχθεί κρότος, προκαλώ κρότοΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
πιτσιλώ, αστράφτω, λάμπω, χαστουκίζωλέω κάτι που δε θα αρέσει σε κάποιον (μεταφορικά)Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Γενικά Σχόλια
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.