Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσακλίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌ακλίζω Προφορά: τσακλίζω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Ερμηνείες:
    1) Τ’ ομμάτ’ ντ’ ομματά̤ζ’ να σπάν’ και να τσακλίζ’. [σκάνω με θόρυβο και βγάζω τον ήχο τσ̌ακ (λέξη ηχοποίητη)]
    2) Ετσ̌άκλιξεν ατον και τ’ ομμάτα̤ τ’ ετσουνάκ’σαν (έβγαλαν σπίθες). (δίνω μπάτσο)

  2. βγάζω κρότο σπάζοντας, λάμπω δυνατά, χτυπάω κάποιον δυνατά ώστε να παραχθεί κρότος, προκαλώ κρότο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  3. πιτσιλώ, αστράφτω, λάμπω, χαστουκίζω λέω κάτι που δε θα αρέσει σε κάποιον (μεταφορικά) Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια