τσάκ (το) [Ουσιαστικό, Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: 1. τσάκ’ , 2. Τσ̌ά̤κ
Προφορά: 1. τσάκ , 2. Τσεάκ
-
κλήρωση
χωριό της Χάραβας με 10 οικογένειες (Τσ̌ά̤κ)
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
τζάκι
σόι,γένος (μεταφορικά)
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης