Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσάκ (το) [Ουσιαστικό, Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. τσάκ’ , 2. Τσ̌ά̤κ Προφορά: 1. τσάκ , 2. Τσεάκ
  1. κλήρωση χωριό της Χάραβας με 10 οικογένειες (Τσ̌ά̤κ) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Αν θέλτς ευτάμε τσάκ και σ’ ήντιναν ρούζ’ το χωράφ’. (κλήρωση)

  2. τζάκι σόι,γένος (μεταφορικά) Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια