Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

σεΐρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σεΐρ' Προφορά: σεΐρ
  1. θέα, περίπατος, πανηγύρι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον ερμηνεία:
    1) Εγώ εποίνα παλαλά κι εσύ σεΐρ’ετέρ’νες. (Θέα, περίπατος)
    2) Το σεΐρ’ν ατ’ θέλω, τερώ. (Θέλω να εξευτελισθεί. )
    3) Ολ’ οι νυφάδες θα φορούν και πάγ’νε σα σεΐρâ. (Πανηγύρι)

    Προέλευση:
    αραβική, από το αραβικό seir.

  2. θέα, αδιάφορος απόλαυση θεάς Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    αραβική, από το αραβικό seir.

Παρατηρήσεις - Σχόλια