ΣτάχτηΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παραδείγματα - Επιπλέον ερμηνεία:
1) ’Κι θέλω τον καβετσ̌ήν σα σαχτάρα̤ τ’ ημ’σόν ξ̌ύν. (Στάχτη)
2) Σαχτάρα̤ ’κί χουλαίν.( δεν τον βρίσκεις στο σπίτι του)
στάχτη, τέφραΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση :
στακτάρι (στάζω)
σακτάρι ή σαχτάρι (στάζω-στάκτη)