Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σαχτάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σαχτάρ' Προφορά: σαχτάρ
  1. Στάχτη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον ερμηνεία:
    1) ’Κι θέλω τον καβετσ̌ήν σα σαχτάρα̤ τ’ ημ’σόν ξ̌ύν. (Στάχτη)
    2) Σαχτάρα̤ ’κί χουλαίν.( δεν τον βρίσκεις στο σπίτι του)

  2. στάχτη, τέφρα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση :
    στακτάρι (στάζω)
    σακτάρι ή σαχτάρι (στάζω-στάκτη)

  3. στάχτη Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια