σατσινία (τα) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: 1. σατσ̌ινία , 2. σατσινία
Προφορά: σατσινία
-
πίτες σαν προσφορά από καλοκοσκινισμένο αλεύρι που χρησίμευαν σαν προσκλητήρια των συγγενών και φίλων στο γάμο
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)