Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ζιμελεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ζιμελεύω Προφορά: ζιμελεύω
  1. τρυγώ, σμιλεύω 1) τρυγώ το μέλι 2) αποσπώ μικρά ποσά ή ωφέλειες συχνά (μεταφορικά) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

    Παράδειγμα:
    Ακόμαν ’κ’ εζιμπλάεψα τα μελεσσίδα̤.

    Ομόρριζο - Παράγωγο:
    ζιμέλεμαν

Παρατηρήσεις - Σχόλια