Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τρυγόνα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τρυγόνα Προφορά: τρυγόνα
  1. τρυγόνι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Η τρυγόνα μ’ εγαϊλάευεν ση Κρωμί’ τα ραχͮία. (η γυναίκα, η αρραβωνιαστικιά)
    2) όνομα αγελάδας (όμορφης σαν τρυγόνι)

  2. το πουλί τρυγόνι, η αγαπημένη κόρη (μεταφορικά), είδος ψαριού, είδος χορού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  3. αγαπημένη (μεταφορικά), χορός 1) το πουλί τρυγόνι 2) όνομα αγελάδος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια