τριφύλλ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τριφύλλ’
Προφορά: τριφύλλ
-
τριφύλλι
χόρτο κηπευτικό και αυτοφυές, του οποίου το άνθος είναι λευκό, κίτρινο και ερυθρό και ευωδέστατο
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
το φυτό τριφύλλι
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης