Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τρισαρματωμένος (ο) [Μετοχή]

Γραφή στην Ποντιακή: τρισαρματωμένος Προφορά: τρισαρματωμένος
  1. πάνοπλος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ποιητικό

    Παράδειγμα:
    Άμον δράκοι τρισαρματωμένοι.

Παρατηρήσεις - Σχόλια