Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τριπόδ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τριπόδ’ Προφορά: τριπόδ
  1. έπιπλο με τρία πόδια, επάνω στο οποίο τοποθετούσαν μεγάλα σινία αντί τραπεζιού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Αργυρούπολης

    Παράδειγμα:
    Η Μαρία έγκεν το τριπόδ’ κι εγούρεψεν το χαλκωματένεν το σινίν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια