Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σαράφς (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σαράφ'ς Προφορά: σαράφς
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παραδείγματα:
    1) κτηματομεσίτης. Μάνα ’κί παίρω σαράφ’, απάν’ ατ’ ξάϊ ’κ’ εχͮ’ ινσάφ.
    2) Οικονόμος μέχρι τσιγκουνιάς. Άντρας ατ’ς πολλά σαράφ’ς εν’. Για το να̤φιλά̤ν έξοδον αρχινά και βαρκίζ’.

  2. κολλυβιστής αυτός που εξαργυρώνει ξένα νομίσματα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση :
    αραβική, από την αραβική λέξη saraf

Παρατηρήσεις - Σχόλια