Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ουτσίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ουτσ̌ίζω Προφορά: ουτσίζω
  1. παραχώνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    μαζεύω χώμα γύρω από το φυτό

    Ιδίωμα:
    Όφεως

    Παράδειγμα:
    Με τσ’ αγούρους θολώνω τσαί μονάχο ουτσ̌ίζω.

Παρατηρήσεις - Σχόλια