Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σορσότα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σ̌ορσ̌ότα Προφορά: σορσότα
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνείες:
    1) μυθικό πουλί από το πέταγμα του οποίου μάντευαν την καλή σοδιά
    2) λευκός αετός, (Ιδίωμα: Άδισσας)
    3) πράγμα που βγάζει το ήχο "σ̌όρ"
    4) μεταφορικά λεγόταν και γυναίκα εύσωμη και όμορφη

Παρατηρήσεις - Σχόλια