Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Ερμηνείες:
1) μυθικό πουλί από το πέταγμα του οποίου μάντευαν την καλή σοδιά
2) λευκός αετός, (Ιδίωμα: Άδισσας)
3) πράγμα που βγάζει το ήχο "σ̌όρ"
4) μεταφορικά λεγόταν και γυναίκα εύσωμη και όμορφη