τρασολίδ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τρασ̌ολίδ’
Προφορά: τρασολίδ
-
τράχηλος
το περιλαίμιο του μικρού ζώου συνήθως από χοντρό ύφασμα που στόλιζαν με ρούτσια (κοχύλια, όστρακα)
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)